το γκρίζο πέπλο

Γκρίζοι δρόμοι, ασπρόμαυρα όνειρα και λόγια πνιγμένα. Η ομορφιά αυτού του τόπου αντιπαλεύει με μιαν άλλη διάσταση, βγαλμένη από τη μήτρα μιας νεκρής θεάς. Αφομοιώνει την λιακάδα, το άσπρο των μαρμάρων και τα χρώματα της πόλης. Καταπίνει τους ασβεστωμένους τοίχους και τη μυρωδιά του γιασεμιού (πως να ονειρευτούμε χωρίς αυτή τη μυρωδιά;).

Αυτό το γκρι πέπλο χώνεται στις ρωγμές των τοίχων, κυλά στα πατώματα και κουλουριάζεται σαν φίδι γύρω μας. Χώνεται στα ρουθούνια κι ασελγεί με την ψυχή μας. Γεννά τον φόβο και την απόγνωση, το ξέρεις κι εσύ.

Σε ξέρω, μα δεν γνωρίζω το όνομά σου. Σε βλέπω κάθε πρωϊ στο λεωφορείο να κοιτάζεις με βλέμμα κενό την αντανάκλασή σου στο απέναντι παράθυρο, σε βλέπω να περπατάς στο δρόμο με βήμα γοργό και κεφάλι σκυμμένο…και μοιάζεις σα να θες το γρηγορότερο να φτάσεις στον προορισμό σου, να κλειστείς και πάλι εκεί που νιώθεις ασφαλής.

Μα το γκρίζο πέπλο σε βρίσκει παντού, δεν μπορείς να κρυφτείς. Το ξέρεις, το ξέρω …

Πότε ήταν η τελευταία φορά που σταμάτησες για να κοιτάξεις με ένα κρυφό μειδίαμα περηφάνιας τον Λυκαβηττό ή την Ακρόπολη; Πότε ήταν η τελευταία φορά που στάθηκες στην άκρη ενός πεζοδρομίου για να ανάψεις ένα τσιγάρο και να χαζέψεις τον κόσμο γύρω σου;..ξέρεις έτσι απλά, ένα τσιγάρο ως σπονδή για το «τώρα».

Η Ελπίδα τριγυρνά με κουρελιασμένα ρούχα σε βρωμερά σοκάκια , ξυπόλητη, πατά σε σπασμένα μπουκάλια μπύρας και ματωμένες σύριγγες. Ζητιανεύει από ζητιάνους, βαποράκια, πουτάνες και ληστές ένα βλέμμα… μα εκείνοι την κλοτσούν στην κοιλιά και τη φτύνουν στη  μούρη. Κάποτε σου χτύπησε και το κουδούνι του σπιτιού, μα ήσουν κουλουριασμένος στον καναπέ και δεν άνοιξες. Παρακολουθούσες εκείνη την ώρα ένα μαλάκα με γραβάτα στις ειδήσεις, που σαδιστικά σου έστριβε τα σωθικά και πηδούσε το μυαλό σου.

Πληροφορίες λένε πως ο μαλάκας αυτός «απεχώρησε ησύχως» μετά το δελτίο, με το φρεσκοπλυμένο Καγιέν του προς τις γειτονιές που ποτέ δεν πέφτει η ομίχλη. Παραμένει άγνωστο αν έφαγε σολομό ή σνίτσελ για βραδινό, όπως άγνωστο παραμένει αν πήδηξε τη σύζυγο, τη νταντά ή τον κηπουρό πριν κοιμηθεί.

(Ούτως ή άλλως είχε πηδήξει το δικό σου μυαλό).

Ένα πρωϊνό, όταν θα κάθεσαι στο λεωφορείο, σε παρακαλώ, χαμήλωσε το βλέμμα σου και κοίταξέ με στα μάτια. Είμαι εσύ. Κι εγώ εδώ και καιρό βλέπω ασπρόμαυρα όνειρα, βαδίζω μονορούφι τους δρόμους μέχρι το σπίτι…κι οι δικοί μου οι πόροι έχουν ποτίσει από τη μαυρίλα. Κοίτα γύρω σου, είμαστε πολλοί !

Μην αφήνεις να σε κάνουν να πιστεύεις πως η ζωή σου μετατράπηκε σε οικονομικές εξισώσεις, ποσοστά και σταθερές. Όλοι μας κολυμπάμε στα ίδια βοθρολύματα την ώρα που κάποιοι μας παρακολουθούν έξω από τον λάκκο γελώντας ειρωνικά και τρώγοντας  αστακομακαρονάδες.

Έτσι ήταν πάντα, με τη μόνη διαφορά οτι κάποια χρόνια πριν μας είχαν πείσει πως βρισκόμασταν σε πισίνα και κάναμε ιαματικά λουτρά.

Νύχτωσε, αυτή τη στιγμή ο αέρας φυσάει σαν τρελός. Δεν μου άρεσε από παιδί αυτή η ώρα… με έκανε να μελαγχολώ. Δεν ζητούσα πολλά, ούτε και τώρα ζητάω πολλά.

Λίγη λιακάδα, λίγο παραπάνω φως..για να ξεβγάλω επιτέλους από πάνω μου έστω και μια σπιθαμή από αυτό το γαμημένο γκρίζο πέπλο που με πνίγει.

Να αναπνεύσω λίγο φως.

Advertisements

~ από perseus76 στο 18/04/2012.

2 Σχόλια to “το γκρίζο πέπλο”

  1. […] Source: το γκρίζο πέπλο […]

Οι σκέψεις σας

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: