Μητέρα

•08/04/2019 • 5 Σχόλια

Ήρθε στον κόσμο ένα Σάββατο τον Οκτώβρη του ’45 κι όλοι διαβεβαίωναν τη μάνα της οτι θα ήταν καλότυχο μωρό.

Η μάνα της ξεριζωμένη προσφυγοπούλα από την Αττάλεια , φορτώθηκε μικρό κορίτσι  σε ένα βαπόρι, βγήκε μαζί με την οικογένειά της στην Κύπρο κι έπειτα Ελλάδα. Εγκαταστάθηκαν στον Ασύρματο, σε τσίγκινα αυτοσχέδια κλουβιά, μέσα σε λάσπες. Διωγμένοι από τον τόπο τους, ξένοι στην μεγάλη πατρίδα.

Τη μάνα της, σχεδόν ανήλικη, την πάντρεψαν με έναν κατά πολλά χρόνια μεγαλύτερό της Πελοποννήσιο γαιοκτήμονα κι απέκτησε μαζί του 3 παιδιά.
Βίαιος, σκληρός, την χτυπούσε και πολλές φορές την αποκαλούσε «Τουρκάλα».

Ο παιδικός της έρωτας όμως την έψαξε και την βρήκε στην Πελοπόννησο. Την έπεισε να χωρίσει τον άντρα της,να αφήσει για λίγο τα παιδιά της μέχρι να φτιάξουν νέο σπιτικό και να τα φέρει κι εκείνα στην Αθήνα.
Εκείνος δούλευε ως οικοδόμος, εκείνη ως πλύστρα σε σπιτικά πλουσίων Αθηναίων. Μάζεψαν τα χρήματα, τα χαρτιά για το διαζύγιο και έστησαν το νέο τους σπιτικό.
Στο διάστημα αυτό, έμεινε έγκυος στο τέταρτο παιδί… το Σαββατογενημμένο.

Την γέννησε ένα Σάββατο τον Οκτώβρη του ’45 κι όλοι διαβεβαίωναν τη μάνα της οτι θα ήταν καλότυχο μωρό.

Την Τρίτη μέρα μετά τη γέννησή της, καθώς δούλευε ο πατέρας της στην οικοδομή, βάρεσε με το φτυάρι αμμοχάλικο που μέσα υπήρχε μια ξεχασμένη χειροβομβίδα από τον εμφύλιο. Η έκρηξη άφησε έναν εργάτη σακάτη και τον πατέρα της νεκρό.

Τα πάντα γκρεμίστηκαν. Η μάνα της, αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω στην Πελοπόννησο στα τρία μικρά παιδιά της, ζητώντας συγχώρεση και ζώντας για την υπόλοιπη ζωή της μια κόλαση. Το μωρό, εβδομάδων ακόμα, το έδωσε σε μια θεία της να το μεγαλώσει στην Αθήνα.

Η μητέρα μου, μεγάλωσε μέσα στην φτώχεια. Ορφανή, στιγματισμένη από τη γέννησή της σε μια εποχή που ήταν αμείλικτη ακόμα και στα μικρά παιδιά. Δύσκολα χρόνια, ξινά.
Στα 13 κιόλας, έπιασε δουλειά στον «Κατράντζο» και με τον πρώτο της μισθό αγόρασε μια σοκολάτα. Αφού την έφαγε, έγραψε στο εσωτερικό της την ημερομηνία και «αυτή τη σοκολάτα την αγόρασα και την έφαγα όλη μόνη μου».

Το 2011 που «έφυγε» ο πατέρας μου, ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που αντίκρισα στο βλέμμα της την παραίτηση. Τη σήκωσα όμως όρθια, της έμαθα πως να περπατά από την αρχή, έτσι όπως με είχε μάθει κι εκείνη. Βήμα- βήμα ξανασηκώθηκε κι άρχισε να οργανώνει πάλι τη ζωή της.

Κι έπειτα από χρόνια ήρθε ο καρκίνος.
Οκτώβρη εγώ κι η αδερφή μου μάθαμε,
Δεκέμβρη τον ξεριζώσαμε και
Φλεβάρη μας έδωσαν 6 μήνες ζωής λόγω μεταστάσεων σε οστά και συκώτι.

Καθηλωμένη σε ένα κρεβάτι, με πόνο μουγκό για να μην μας στεναχωρεί. Δεν την ανακούφιζαν ούτε τα ειδικά τσιρότα , ούτε οι κωδεϊνες.
Ένα Σάββατο βράδυ, μου χαμογέλασε πονηρά και γαλήνια, σήκωσε το χέρι της και μας έγνεψε αντίο.

Το επόμενο Σάββατο, έφυγε μονολογώντας ψιθυριστά στο κρεβάτι της.
Σάββατο 9 Μαρτίου 2019

Η Αγγέλα γεννήθηκε ένα Σάββατο του ’45, έσβησε ένα Σάββατο του 2019.

Μου λείπει το βλέμμα της, η φωνή της, η μυρωδιά της, τα παράπονά της κι οι τσακωμοί μας. Μου λείπει που δεν χτυπάει πια το κινητό μου τον ήχο που είχα βάλει για τον αριθμό της (Ennio Moriccone – Chi Mai).
Πρώτη φορά στα 42 μου χρόνια νιώθω ένα κομμάτι μέσα μου να έχει ξηλωθεί βίαια.
Δεν ξέρω πώς να κλείσω αυτό το κείμενο.

Αυτό το τραγούδι.
Σου άρεσε αλλά όταν το τραγουδούσα σε έκανε να δακρύζεις και το απέφευγα.

Σε ευχαριστώ για αυτό που με έκανες, για όσα μου έδωσες.

 

Advertisements

άδειο ποτήρι

•29/03/2019 • Σχολιάστε

polaroid

κούφιες ημέρες, ανάλγητες, λαξεύουν μοναχά χαρακιές στα κορμιά μας και φεύγουν βουβές κι αδιάφορες.
στα κορμιά που δεν έχουν πια βήματα, ερείπια του χρόνου μοναχικά, με σκουριασμένες αρθρώσεις και ξεβαμμένα χαμόγελα.

– Θρηνώ το παροπλισμένο ταξίδι, τα ορφανά ηλιοβασιλέματα , την πρώτη αγάπη, την ματαιωμένη παιδική μου φωνή, την παροπλισμένη νιότη.

Φωταγωγώ τη ζωή με στεναγμούς. Πουλώ στο παλιατζίδικο του χρόνου αναμνήσεις, ξεφτισμένα βαφτιστικά σταυρουδάκια, καλοκαιρινές βραδιές και φωτογραφίες με κιτρινισμένα χαμόγελα.

μια φλέβα γυμνή στις παρυφές των ώμων σου, η αγέρωχη φύση των ματιών σου, τα κουρασμένα αινίγματα των χειλιών σου.

– οι επιθυμίες μου
λεροί, τυφλοί επαίτες με σπασμένα γόνατα.
κάποτε αλώνιζαν σαν δράκοι στο κάστρο του κορμιού σου.

Είμαι ένα άδειο ποτήρι

Κάτω από τη βρύση
γεμίζω λέξεις
και μιλώ για το νερό

Μπροστά στο φως
γεμίζω χρώματα
και φέγγω

κι όταν με σπας
τσακίζομαι με θόρυβο
κι ακούς τη μοναξιά μου

βιάσου

•21/10/2017 • 4 Σχόλια

πόλη

Ακούω το παραμιλητό της πόλης στα χνώτα μου. Απ’ τους ξεμαλλιασμένους τοίχους και τις πόρτες μικρών διαμερισμάτων αναδύονται ίσκιοι με χέρια , δάχτυλα που εκλιπαρούν, νύχια γεμάτα χώμα.
Προχτές, είδα δυό αγγέλους με κόκκινα φτερά, να ψάχνουν  σε κάδους τα σκουπίδια της επιθυμίας. Αχώριστοι στο μύθο και στο χαμό, μασουλούσαν μισοφαγωμένα όνειρα, καταπίνοντας λυγμούς.

Θα στέκομαι πάντα ν’ αντικρίζω τα λασπωμένα αστέρια να ξεψυχούν στους υγρούς δρόμους τούτης της πόλης.
Στα όρια των οστών μου, θα σε κοιτάζω κατάσαρκα· ένα δέντρο με ρυτίδες που καταπίνει σκιές και ψιθύρους.

Κάθε πνιγμένο σούρουπο, κάθε απόκοσμο ηλιοβασίλεμα, θα παρακολουθώ τα τρομαγμένα φαντάσματα που τρέχουν ν’ αγοράσουν σάρκα για να χορέψουν σε καρναβάλια δανεικά.
Και καθώς φεύγει ο ήλιος, θα γεμίζει το πρόσωπό μου με παράξενες σκιές, απότομα  σκαλοπάτια και δυό μάτια γεμάτα απορία
(μα πως γίνεται να μ’ αναζητάς ακόμη;)
(πώς γίνεται ακόμα να μη μ’ έχεις βρει;)

Ακούω το παραμιλητό της πόλης στα χνώτα μου.
Βιάσου, νύχτωσε
βιάσου να με βρεις,
δεν αντέχονται άλλο αυτά τα δανεικά καρναβάλια.

στο λιμάνι

•01/10/2017 • Σχολιάστε

λιμανι

Οι μέρες κολυμπάνε σα σαρδέλες κονσέρβας, σε κύμα χλιαρό,
που μυρίζει μαζούτ κι απόβλητα κουρασμένων καραβιών.
Ο ήλιος, μεθυσμένος, έγυρε ν’ αποκοιμηθεί, στην κοιλιά της θάλασσας στάζοντας σάλια στ’ ακροκέραμο της δύσης.
Οκτώβρης, Κυριακή απόγευμα,
ανήμπορος να βρω τις ακτές μου, παρακολουθώ σκυθρωπά καράβια να τρυπώνουν στις λαγόνες του λιμανιού.

Τα βράδια, πλέον, μετράω τα κέρματα της μέρας, δεν διαβάζω πια. Δεν περιμένω να έρθουν τα ρήματα κι οι στίχοι από τα αλωμένα χωράφια των λεξικών.
Τόσο σοβαρός έγινα μέσα σε αυτή την απέραντη μπλουτζίν ζωή, πάλιωσα μαζί της και ξεθώριασα.

Μου λείπεις.
Να σε κοιτάζω ξαπλωμένη στ’ απρόσεχτο φως, αγέρωχη να τζογάρεις με το βλέμμα μου.
Με το μαλακό σου στέρνο να γεμίζεις με καπνό το δωμάτιο και τη ζωή.
Μισόγυμνη σαν μια ρίζα.
Όλα σου τα κουμπιά να τα ‘χω κερδισμένα, και από τα ρούχα σου να χάσκουν ατέλειωτα κρυφά μονοπάτια.

Τώρα μονάχος καπνίζω την πλήξη, κοιτάζοντας σκυθρωπά καράβια ν’ ασελγούν στις βρωμερές λαγόνες του λιμανιού.
Βράδυ Κυριακής, μετρώντας τα λιγοστά κέρματα της μέρας.

 

 

 

μουτζούρα

•01/10/2017 • 6 Σχόλια

Μπουκόφσκι

Φεύγει η ζωή.
Αλαφιασμένη, φορά σβέλτα το καλτσόν της  και τρέχοντας προς την πόρτα παλεύει να χωρέσει τις γόβες στα πέλματα της χοροπηδώντας,
την ώρα που απ’ έξω , κορνάρει ο Χρόνος ανυπόμονα.

Κι εσύ, στέκεσαι μαρμαρωμένος πλάι σε ανακατωμένα σεντόνια, με μια μουτζούρα στη μύτη (από τα υγρά ξεβαμμένα της μάτια).

Έφυγε η ζωή… κι εσύ απέμεινες με ένα μάτσο κουρελιασμένα σεντόνια, ένας αναμαλλιασμένος γερό-παλιάτσος, με μια μουτζούρα στη μύτη …γυρεύεις βούρτσα και καθρεφτάκι για να βγάλεις από πάνω σου τ’ απομεινάρια της.
Μα είναι κι εκείνη η μουτζούρα που δε λέει να βγει και σου θυμίζει την αλμύρα που είχαν τα μάτια της στο τελευταίο φιλί.

Μουτζούρα κι η κάμαρα, με ξεκοιλιασμένα συρτάρια, με ξεθωριασμένες φωτογραφίες σε φτηνά κάδρα, ιδρωμένα ρολόγια, τα πάντα ανακατωμένα, ρημάδια και ναυάγια.
Κι εσύ παραπαίοντας,  ανάμεσα στα συντρίμμια, ψάχνεις με πείσμα να βρεις μια βούρτσα κι ένα καθρεφτάκι.
» – Μα πώς μπόρεσε; μ’ άφησε μονάχο, χωρίς χέρια.. και από που να πιαστώ για ν’ αναβάλλω προσωρινά τη βέβαιη μου πτώση  ; «

 

ο Μάης της γενιάς μου

•10/12/2015 • 8 Σχόλια

Χριστούγεννα,
Η πόλη με το χαρακωμένο πρόσωπο και τα γκρίζα χρώματα απέκτησε ξανά, πολύχρωμα φωτεινά άντερα.
Τα κρεμάνε αγέρωχοι εργάτες του δήμου τα βράδια, βλαστημώντας για τις κομμένες υπερωρίες και τα τσακισμένα τους εφάπαξ.
Σύντομα, οι μέρες της ζοφερής μας ανίας, θα γίνουν κουπόνια γιορτινών εκπτώσεων και τραγούδια που μυρίζουν κλεισούρα.
Η θαμπή τηλεόραση, γεμίζει τους τοίχους των σαλονιών με αίμα και φόνους διάσημους
και εικοσάρες με ψεύτικα βυζιά, που χαχανίζουν καθώς τσιγαρίζουν κρεμμύδια κι εγκεφαλικά κύτταρα.

Στης υποκρισίας την φάτνη μπροστά, θα ψιθυρίσουμε γλυκά στα παιδιά μας » Κι επί γης, ειρήνη»
με ανάσα νεκρή, νικημένη από το φόβο της παραίτησης.
Απλήρωτοι λογαριασμοί, ανεξόφλητα δάνεια, τα δώρα των παιδιών, το γιορτινό τραπέζι
μικρά δράματα, βγαλμένα από πόρτες μικρών διαμερισμάτων και από στενούς φωταγωγούς.
_________________________________________
Να σου πω κάτι;
Μας δένει μια αόρατη φλέβα, μια συγγένεια παλιά.
κάποτε μοιραστήκαμε ζήσαμε το ίδιο όνειρο.

Είσαι εκείνο το μικρό αγόρι, που πριν αιώνες, στεκόμασταν δίπλα-δίπλα και κοιτάζαμε μαζί
τα ράφια με τα παιχνίδια στο «Μινιόν»
Είσαι εκείνο το κορίτσι, που κάποτε μοιράστηκα μισό κουλούρι σε μια σκουριασμένη παιδική χαρά.
Είμαστε τα χαμόγελα στα μάτια του «Παραμυθά» και το θλιμμένο βλέμμα όταν ακουγόταν το τραγούδι της «Αθλητικής Κυριακής» τα βράδια, καθώς ξημέρωνε Δευτέρα κι είχαμε σχολείο.
Είμαστε τα μισο-κοιμισμένα μπουλούκια με τα κοτλέ παντελόνια και τις βαριές δερμάτινες σάκες στον ώμο,
Δευτέρα πρωί.
Έχουμε την ίδια γεύση στο στόμα από το γάλα με πέτσα και Hemo, την ΚουΚουΡουΚου, το μελάτο αυγό και  το σπανακόρυζο.
Μαλώσαμε για ένα «άκυρο πήδημα» κι ένα «αράουτ», με πόνεσες με ένα «μύτο» που με πέτυχε στο καλάμι,
κερδίσαμε μαζί τις μεγάλες μας μάχες με τα ξύλινα όπλα και τα σπαθιά.

_________________________________________

Θυμάσαι;

Η γενιά μας, έχει μια αόρατη φλέβα που μέσα της, ακόμα, κυλά αίμα ζεστό και καθαρό
Τα βήματα των ανθρώπων χαράσσουν τα χρόνια,
ήρθε ο καιρός που τα δικά μας πατήματα πρέπει να χαράξουν το σωστό μονοπάτι.
Για χρόνια βαδίζαμε χαμένοι, μας οδηγούσαν άλλοι.
Τώρα πρέπει να βρούμε εμείς το σωστό βήμα
και τα σημάδια μας, να είναι ανεξίτηλα σημάδια ανυπακοής.
Το χρωστάμε στα παιδιά μας.

Οι Μάηδες που πέρασαν μας γέλασαν, κι εμείς βολευόμασταν να ματώνουμε με αίμα δανεικό.
Μα ο Μάης της γενιάς μας, είναι ακόμη μέσα μου και μέσα σου
και πως να τον νιώσεις
όταν δεν τρώμε και δεν πίνουμε μαζί
όταν δεν κλαίμε μαζί
όταν δεν γελάμε μαζί
όταν με τον πόνο μου αηδιάζεις
όταν με τη μιζέρια σου, εγώ κλειδώνω την πόρτα του σπιτιού μου
Μόνος νιώθω εδώ, μόνος νιώθεις εκεί

Ξύπνα αδερφέ μου, θύμωσε αδερφή μου
το χρωστάς
στο παιδί που κοιτάζει από το παράθυρο,
ένα γκρίζο κόσμο με πολύχρωμα άντερα που τα κρεμάνε εργάτες του δήμου.

 

πριν γυρίσω στην απώλεια

•30/11/2015 • 3 Σχόλια

apwleia

Θα στέκομαι πάντα, στο χοροπήδημα της νύχτας
να σε κοιτάζω κατάσαρκα
να καταμετρώ τις ρυτίδες, που καταπίνουν τους ίσκιους στο σώμα σου.

θα στέκομαι πάντα, στα σκουπίδια της επιθυμίας μου
να χαϊδεύω λαθραία, τα όρια των οστών σου
μέσα στις σιωπές που κυλάνε, από τα τσακισμένα σου σεντόνια.

Δεν τα κατάπιε όλα η σιωπή κι οι απάνεμες ερημιές,
τη νύχτα που θα φέξει η βροντή της σελήνης, θα βρεθούμε ξανά
και στις φλέβες σου, θα κυλήσει και πάλι η ανατιναγμένη λάβα.

Κι έπειτα, νικημένοι, θ’ αναπνέουμε τις ανάσες μας.
με υγρά μάτια, θα κοιτάζεις τα σπασμένα σκαλοπάτια του προσώπου μου
κι εγώ, θα αποκοιμίζω τις αισθήσεις μου στα γυμνά σου στήθη.

Άνοιξε τα μάτια σου και κοίταξε με, ξημερώνει
έστω με μια φευγαλέα, τυχαία ματιά.
Η ψυχή μου στέκεται ακόμα μέσα σου,
μονάχα τα μαύρα ρούχα σου δε με αντέχουν.

Μια τυχαία σου ματιά 
Πριν πέσω στην κόλαση ξανά.
Πριν γυρίσω στην απώλεια.